Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Ο Βατος και η Τσουκνιδα


Όταν ήρθε η άνοιξη, στην άκρη ενός δρόμου του Βαλτινού, φύτρωσε ένας βάτος κι άρχισε σιγά σιγά να μεγαλώνει και να στολίζει τον φράχτη.
Μια μέρα είδε κάπου εκεί κοντά να φυτρώνει μια τσουκνίδα και χωρίς να το καταλάβει ένοιωσε κάτι μέσα του.

Κάθε μέρα που ξυπνούσε, πρωί, μεσημέρι, βράδυ… έβλεπε δίπλα του την τσουκνίδα και ένοιωθε όμορφα.
Ίσως να την αγάπησε κιόλας.

Άρχισε λοιπόν να απλώνει κλώνους και να προσπαθεί να πλησιάσει την τσουκνίδα για να τις εκφράσει τα συναισθήματά του. Όταν έφτασε κοντά της και θέλησε να την χαϊδέψει, να την αγκαλιάσει, και να τη φιλήσει, συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Ένοιωσαν κι οι δυο στα σώματά τους τα τσιμπήματα από τα αγκάθια τους.

-Σιγά! είπε η τσουκνίδα, με τρύπησες με τα αγκάθια σου.
-Αχ! και συ με πλήγωσες με τα κεντριά σου, είπε ο βάτος.

Τότε συνειδητοποίησαν πως η φύση τους ήταν διαφορετική. Τα αγκάθια του βάτου και τα κεντριά της τσουκνίδας δεν θα επέτρεπαν τα δυο φυτά να ζήσουν μαζί.

Αποφάσισαν λοιπόν να μείνουν αιώνια δυο καλοί φίλοι και να ζούνε πλάι πλάι εκεί στην άκρη του δρόμου χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν ζευγάρι.

Δημήτρης Τσιγάρας


ΡΙΠΕΣ


Αργοπεθαίνει όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει,
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο…

(Πάμπλο Νερούντα)

επικοινωνιστε μαζι μας