Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Ποιήματα του Κ. Καβάφη



Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1863 (29 Απριλίου) και πέθανε στην ίδια πόλη το 1933 την ημέρα των γενεθλίων του. Υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία της Αλεξάνδρειας.
Σύμφωνα με διευκρινίσεις και υποδείξεις του ποιητή, τα ποιήματά του κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά. Αν και στην αρχή η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη συνάντησε την εχθρότητα και την επιφύλαξη του πνευματικού κόσμου, με τον καιρό επιβλήθηκε στη συνείδηση όλων σαν ένας ιδιόμορφος αλλά μεστός και γεμάτος με ουσιαστικό περιεχόμενο ποιητής που δεν ενδιαφερόταν για την εξωτερική εμφάνιση του στίχου του αλλά μονάχα για τον εσωτερικό στοχασμό, τη φιλοσοφική σκέψη και το στοχαστικό δίδαγμα.


Με τη γλώσσα του τόπου μας.


Αφηγήσεις, εξιστορήσεις, καταθέσεις βιωμάτων από ανθρώπους που διατηρούν το γλωσσικό μας ιδίωμα ατόφιο, όπως ακριβώς το παρέλαβαν από τους προγόνους μας. Αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας και προφοράς του τόπου μας θέλουμε να τον καταγράψουμε να τον αναδείξουμε και να τον διασώσουμε.

Την παρακάτω αφήγηση μας έκανε ο κ. Νίκος Απόχας την οποία παρουσιάζουμε ατόφια, χωρίς να αλλάξουμε ή να διορθώσουμε κάτι, διατηρώντας έτσι την ιδιωματική προφορά και την αυθεντικότητα της γλώσσας του τόπου μας.

"Ωρέ χειρότιρα κι απ΄ τ’ς Αλβανοί ήμασταν ικεί! Μουνάχα που δεν φουβάμασταν απ' την αστυνουμία κι έβγινάμαν στα μαγαζιά.
Πάου απ' λες ικεί, για να φάμι. Α! ήρθι η ώρα για φαΐ, βγάζι κάνα δυο ιλιές, μι φέρνει ικεί τουν τρουβά, τουν ανοίγου, ένας τρουβάς τραγίσιους, ούλου τρίχα.
Τηράου, απ' λες, ούντι έτσι του ψουμί μέσα.
Ε! γαμώ την καντίλα τ', πούθε να καθαρίσ’ς, ιδώ είχι τρίχις του ψουμί.
Έβγαλα όλη την πέτσα απού παν’ κι απού κάτ’ κι έτρουγα του μαλακό μέσα.
Μι λέει μένα «γιατί του καν’ς έτσι»; «Τι να φάου, ρε»; του λέου. «Τς' τρίχις θα φάου»; Καθόταν κι μι τηρούσι έτσι στα μάτια.
«Θα φάου τ’ς τρίχις σιακάτ’ αρέ!» του λέου, «δεν είχις μια ιφημερίδα να του τυλίξεις κάνειμ' ή ένα μισάλι» του λέου.
«Α!», λέει «η γυναίκα μ’ το ’βαλι». Του λέου «αύριου δεν έρχουμι για δουλειά» του λέου. «Γιατί»; λέει. «Α ρε, θα ψουφίσου απ’ την πείνα!» του λέου.
«Έλα ρε, μι λέει, θα κάνου ετοιμασία, δεν ήξιρι σήμιρα η γυναίκα μ' κι ξέρου ιγώ»… «Α, θα έρθου του λέου να δούμι τι ετοιμασία θα έχ'ς.»
«Α ρε, θα μι φάει η δ'λειά λέου κι του ψωμί μέσα στουν τρουβά ούλου τρίχα».
Αμάν - ζαμάν να τα ξαναφκιάξουμι!"

επικοινωνιστε μαζι μας