Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Ο πληρώνων

Του ΛΕΥΤΕΡΗ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Απέναντι από το γραφείο μου, στο σπίτι, η κόρη μου έχει κρεμάσει ένα ταμπελάκι που γράφει: «Πατέρας είναι κάποιος που πληρώνει και ποτέ δεν ξεχρεώνει!».

Έτσι είναι. Αλλά αυτό ισχύει απολύτως και για ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Πληρώνει συνεχώς στο κράτος, στους δήμους κ.λπ. και ποτέ δεν ξεχρεώνει. Ολο και κάποιος καινούργιος φόρος επιβάλλεται, όλο και κάποιο καινούργιο τέλος εφευρίσκεται για να βάζει ο εργαζόμενος βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Υποστηρίζουν πολλοί ότι οι Ελληνες είναι γεννημένοι φοροφυγάδες. Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Πιστεύω, όμως, ότι οι Ελληνες δεν έχουν αναπτυγμένη φορολογική συνείδηση. Τους λείπει η ανάλογη κουλτούρα. Αλλά γι΄ αυτό δεν φταίνε οι ίδιοι. Φταίει το κράτος, που τους έμαθε να κάνουν συνεχώς μπαγαποντιές. Γιατί το ίδιο το κράτος τους κλέβει μονίμως.Και... νομίμως, φυσικά.

Δεν έχω ακριβή γνώση τού τι γίνεται σε άλλες προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες ή στις ΗΠΑ. Ξέρω όμως χοντρικά, ότι ο φόρος που πληρώνεις σε αυτές τις χώρες σου επιστρέφεται με καλά σχολεία, καλούς και φωτισμένους δρόμους, νοσοκομεία, ευσυνείδητη και πανταχού παρούσα Αστυνομία, παιδικούς σταθμούς, πλατείες και άλση, ποδηλατόδρομους, γηροκομεία, συντάξεις, εφάπαξ. Και ουρητήρια!

Πριν από κάμποσα χρόνια είχα κάτι μικροϊστορίες με την καρδιά μου. Ενας φίλος μου, ο Σάκης Τόδουλος, αφού έκλεισε τα διάφορα ραντεβού με πήρε και πήγαμε στο Λονδίνο, για να με εξετάσει ένας διαπρεπής καρδιολόγος που παρακολουθούσε και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το όνομά του, Εντ Σόουτον. Και το ιατρείο του, ένα μικρό διαμέρισμα τριών δωματίων, χωρίς πολυτέλειες και άλλα «εμπριμέ».

Ο σπουδαίος αυτός γιατρός- κάπου διάβασα πως έχει πεθάνει- είχε μόνο μια γραμματέα ηλικιωμένη που σήκωνε τα τηλέφωνα, κανόνιζε τα ραντεβού και κρατούσε τους φακέλους των ασθενών. Ο Σόουτον με εξέτασε επί μισή ώρα σχολαστικά και εξήγησε στη γυναίκα μου και τον γιο μου πως έπρεπε να κάνω «μπαλόνι» ύστερα από 3-4 μήνες. Και ήρθε η ώρα του λογαριασμού: πλήρωσα το ποσόν που προέβλεπε ο νόμος, πήρα την απόδειξή μου και έφυγα. Ωραία πράγματα, παστρικά, σοβαρά. Και οφείλω να σημειώσω εδώ ότι για να με δει ο Σόουτον δεν χρησιμοποίησα κανένα «μέσον». Δεν περνάνε αυτά εκεί. Ο άνθρωπος με δέχθηκε κανονικά, την ημέρα που είχε ορίσει, χωρίς να ρίξει κάποιον άλλο. Με τη σειρά μου.

Με τη σειρά μου πήγα και για το «μπαλόνι», στη Φρανκφούρτη αυτήν τη φορά. Το ραντεβού μου το είχε κλείσει ο μακαρίτης Δημήτρης Τσάτσος. Περίμενα τρεις μήνες ώσπου να με καλέσουν. Πήγα, έγινε η επέμβαση, πλήρωσα, πήρα την απόδειξή μου και έφυγα. Λίγο προτού φύγω, με επισκέφθηκε ο διευθυντής του νοσοκομείου. Ενας ηλικιωμένος καθηγητής. Δεν μου ζήτησε φακελάκι. Με παρακάλεσε θερμά να του γράψω σ΄ ένα χαρτί τους στίχους του τραγουδιού μου «Το άγαλμα» (μουσική του Μίμη Πλέσσα), που το είχε ακούσει στην Ελλάδα και του άρεσε. Του το ΄γραψα και του το αφιέρωσα. Και έδειχνε ευτυχής.
Πηγή: Τα ΝΕΑ

επικοινωνιστε μαζι μας