Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Βαλτσινιώτικο παραμύθι

«Η απόδραση και το αναπόδραστο»


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, παλιά, πολύ παλιά, στο Βαλτινό ένας άντρας και εργάζονταν ως υποτακτικός σε έναν άρχοντα στα Τρίκαλα.
Ένα πρωί, ο Άρχοντας από τα Τρίκαλα είδε τον υποτακτικό του να έρχεται βιαστικός σε κατάσταση έξαψης. Τον ρώτησε το λόγο αυτής της πρόδηλης ανησυχίας και ο υποτακτικός του είπε:
«Σε ικετεύω, άφησέ με να φύγω από την πόλη απόψε κιόλας».
«Γιατί;»
«Το πρωί, καθώς διέσχιζα την πλατεία για να έρθω στο αρχοντικό αισθάνθηκα ένα χτύπημα στον ώμο. Γύρισα και είδα το θάνατο, που με κοίταζε στα μάτια».
«Το θάνατο;»
«Ναι το θάνατο. Τον αναγνώρισα, ήταν ντυμένος στα μαύρα και φορούσε ένα κόκκινο μαντίλι. Βρίσκεται εδώ. Με κοιτούσε για να με κάνει να φοβηθώ. Με αναζητεί είμαι βέβαιος γι αυτό. Άφησέ με να εγκαταλείψω την πόλη τώρα. Θα πάρω το καλύτερο άλογό μου κι απόψε κιόλας θα φύγω για το Βαλτινό».
«Ήταν στ’ αλήθεια ο θάνατος; Είσαι σίγουρος;»
«Απολύτως. Τον είδα όπως βλέπω και εσένα. Όπως είμαι σίγουρος ότι είσαι εσύ, έτσι είμαι σίγουρος και για εκείνον. Άφησέ με να φύγω σου το ζητώ σαν χάρη».

Ο άρχοντας, που αγαπούσε τον υποτακτικό του, του επέτρεψε να φύγει. Ο άντρας επέστρεψε στην κατοικία του, σέλωσε το πρώτο από τα άλογά του και έφυγε καλπάζοντας με κατεύθυνση το Βαλτινό.
Ένα λεπτό αργότερα, ο άρχοντας, που βασανιζόταν από κάποια μυστική σκέψη, αποφάσισε να βγει από το αρχοντικό του. Κατευθύνθηκε ολομόναχος προς τη μεγάλη πλατεία, ανάμεσα στους θορύβους της αγοράς αναζήτησε με τα μάτια το θάνατο, τον αντιλήφθηκε, τον αναγνώρισε. Ο υποτακτικός δεν είχε κάνει λάθος.

Επρόκειτο για το θάνατο, ψηλό και ισχνό, ντυμένο στα μαύρα, με το πρόσωπο μισοκρυμμένο πίσω από ένα κόκκινο βαμβακερό μαντίλι. Πήγαινε από τη μια ομάδα στην άλλη μέσα στην αγορά χωρίς να τον προσέχει κανείς, ακουμπώντας ελαφρά στον ώμο έναν άντρα που εξέθετε το εμπόρευμά του, αγγίζοντας το μπράτσο μιας γυναίκας που πουλούσε σκόρδα και κρεμμύδια, αποφεύγοντας ένα παιδί που έτρεχε καταπάνω του.

Ο άρχοντας προχώρησε προς το θάνατο. Τούτος τον αναγνώρισε αμέσως και υποκλίθηκε σε ένδειξη σεβασμού.
«Έχω μια ερώτηση να σου θέσω», του είπε ο άρχοντας χαμηλόφωνα.
«Σε ακούω».
«Ο υποτακτικός μου είναι ένας άντρας νέος ακόμα, υγιής, ικανός και τίμιος. Γιατί σήμερα το πρωί, ενώ ερχόταν στο αρχοντικό μου, τον χτύπησες και τον τρόμαξες; Γιατί τον κοίταξες απειλητικά;»
Ο θάνατος φάνηκε να εκπλήσσεται ελαφρά κι απάντησε στον άρχοντα:
«Δεν ήθελα να τον τρομάξω. Δεν τον κοίταξα απειλητικά. Απλώς, όταν πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο, τυχαία μέσα στο πλήθος και τον αναγνώρισα, δεν μπόρεσα να κρύψω την έκπληξή μου, που πρέπει να τη θεώρησε απειλή».
«Γιατί αυτή η έκπληξη;» ρώτησε ο άρχοντας.
«Επειδή δεν περίμενα να τον δω εδώ. Θα τον συναντήσω απόψε στο Βαλτινό», απάντησε ο θάνατος.

επικοινωνιστε μαζι μας