Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

«Με τη γλώσσα του τόπου μας»


Αφηγήσεις, εξιστορήσεις, καταθέσεις βιωμάτων από ανθρώπους που διατηρούσαν το γλωσσικό μας ιδίωμα ατόφιο, όπως ακριβώς το παρέλαβαν από τους προγόνους μας.
Την παρακάτω αφήγηση μας έκανε ο αείμνηστος Στέφανος Ψύχος την οποία παρουσιάζουμε ατόφια, χωρίς να αλλάξουμε ή να διορθώσουμε κάτι, διατηρώντας έτσι την ιδιωματική προφορά και την αυθεντικότητα της γλώσσας του τόπου μας.

Ένας μπράτιμος από το Βαλτινό Θυμάται.
Λοιπόν θα σι που όταν παντρεύονταν η θειά μ΄ η Πανάϊου που πάει στη Μεγάρχη, η αδελφή του Μήτσιου Κατσιούλη.
Λοιπόν ιγώ είμαν πιτσιρικάς, ίσα με δέκα ετών. Ο πατέρας μ' ήταν πιθαμένους, το 1926.
Λοιπόν, ένας αξάδελφους δικός μ', ήταν απ' τη Μεγάρχη. Κρατούσι φλάμπουρο, ο Γάτους ο Γιώργος κ' είχει του φλάμπουρου αυτός.
Όχι του είχει άλλους του φλάμπουρου. Του λέου τουν αξάδελφου μ', «πέστουν να μι του δώσει ιμένα του φλάμπουρου», γιατί εκάναμι εξαγωρά τότι με του φλάμπουρου. Του παίρνου του φλάμπουρου απ' λες, κι ανιβαίνου αψλά στου σπίτι του Κατσιουλέϊκου.
Όταν έγιναν τα στέφανα, στεφάνωνε ο Τζερτζενές ο παππούς. Τα γένια ο Τζερτζενές τάχει κοσιάνες, δυο κοσιάνες, τυλιγμένα τα μαλλιά πίσω… λοιπόν, φουστανέλα μελινίσια, κάλτσα, τσαρούχι τρίχινου, παλικάρι πως το λεν! Αυτόν είχει κουμπάρου.
Τέλειουσαν τα στέφανα να πούμι, γιατί τότι τα΄ έπαιρναν του κόσμου στα σπίτια κι τα΄ φίλευαν.
Μι λέει, «φέρει του φλάμπουρου εδώ ρε»
«Δώς μου πέντε δεκάρες» λέου ιγώ, ήταν πολλές τότε.
Μπα! τίποτα, σ' απάν ιγώ στον καβαλάρη αψλά, με του φλάμπουρου.
Μι λέει ο ξαδελφός μ' «Ά ρε κατέβα κάτ', ά ρε δώστου να φύγουμι».
«Ρίξτα του λέου»… Χα, χα, και πείρα μι φένιτι δυο δεκάρες! Χα, χα.
Στέφανος Ψύχος
Αγρότης από το Βαλτινό

επικοινωνιστε μαζι μας