Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Ο Ευτράπελος μύθος του Βαλτινού


Ήτανε, λένε, κάποτε, και ίσως νά ΄ναι αλήθεια,
κάποια χήρα όμορφη πού ΄χε καημό στα στήθια,
μαζί με μια μικρούλα κοπέλα ορφανή
και τάμα είχαν κάνει σε μια ιερή μονή.

Πουρνό- πουρνό ξεκίνησαν να παν’ να προσκυνήσουν
στων Μετεώρων τις μονές, τη χάρη να ζητήσουν.
Και λίγο πριν να φθάσουνε έξω απ’ το Καστράκι
βρήκαν μπροστά, συνάντησαν, ψηλό καλογεράκι.

-Ώρα καλή σας, τέκνα μου, και ο θεός μαζί σας!
Mόνες για πού το βάλατε, προς τι η επίσκεψή σας;
Ποιος άνεμος και ποιο στρατί ορίζει τη ζωή σας;
Για πείτε μου, ποιες είσαστε, ποια η καταγωγή σας;

Διαβόλου γέννας θηλυκό, η χήρα, η σκαμπρόζα,
πληθωρική, αδίστακτη, με ύφος κι όλο πόζα,
άνοιξε την καρδούλα της κι έβγαλε τον καημό της
κι όλα τα λάγνα εσώψυχα, κρεσέντο στο λυγμό της.
Άρχισε μ’ αναστεναγμό και με κρυφό μαράζι
κι όλο υποσχέσεις έδινε με σκέρτσo και με νάζι.

-Αχ! Γυρίζω μόνη κι έρημη σαν καλαμιά καμπίσια,
γιατί ο καλός μου από καιρό είναι στα κυπαρίσσια
κι έμεινε χέρσα η μεριά, ατρύγητο τ’ αμπέλι,
χορτάριασε ο κήπος μας, ζαχάρωσε το μέλι.
Απ’ τη νηστεία την πολλή και το πολύ το κλάμα
μάς έρχεται στη σκέψη μας συνέχεια ένα πράμα.
Στεγνώσανε τα χείλη μας, μα θα στο πω στα ίσια,
μιας και ρωτάς τον τόπος μας, εγώ 'μαι Βαλτινίσια,
και τούτο το κακόμοιρο μικρούλι κι ορφανούλι
πό 'χει τα ίδια βάσανα, κι αυτό ΄ναι Βαλτινούλι.

-Χαίρω κι εγώ κοπέλες μου, Παΐσιος, μοναχός,
ελάτε στο κελί μου να γίνει αγιασμός!
περάστε μέσα γρήγορα να σας ΄ξομολογήσω
και τα βαριά αμαρτήματα να σας τα εξαγνίσω.

Και στο κελί σαν μπήκανε πριν τον εσπερινό
τα ευχολόγια αρχίσανε «Δι’ ευχών το Βαλτινό...»

-Πάτερ ημών ευλόγησε και δος’ μας την ευχή σου
και δρόσισε τους κόρφους μας με την υγρή πνοή σου.

Ο άγιος Παΐσιος που έκανε συχνά εξαγνισμούς
στα ορφανά, στις χήρες, μα και στους μοναχούς,
παλάβωσε, ζαλίστηκε από τα θέλγητρά τους,
η ομορφιά τον τρέλανε, κι όλα τα’ απόκρυφά τους. 
Θεού σαρκός είχαν κι οι δυο. Γυμνές; «Αγία φύση».
Τα λάγνα τα κορμάκια τους τον είχανε κλονίσει.
Στους πειρασμούς και στις ορμές είχε κι αυτός λυγίσει
και δεν μπορούσε ο δυστυχής πλέον να λειτουργήσει.

Με το λιβάνι, το χρυσό, τη σμύρνα, τη θυμιάμα
βρέθηκαν χάμω και οι τρεις αγκαλιασμένοι αντάμα.
Με νάμα, με αγιόνερο είχαν γλυκομεθύσει,
πότε γλεντούσαν φυσικά και πότε παραφύση.

Η Βαλτινίσια λαίμαργη, μα και το Βαλτινούλι
ξεζούμισαν και ρούφηξαν τ’ αγίου το μεδούλι.
Τα «Κύριε ελέησον» και τα «Πάτερ ημών» τους
συνταίριαξαν το ωφέλιμο μαζί με το τερπνόν τους.

Άγγελοι μπαινοβγαίνανε, γιόρταζε η πλάση όλη,
στους βράχους στα Μετέωρα χορεύαν οι διαβόλοι.
Κι ένα σας λέω με σιγουριά κι όποιος μπορεί ας το νοιώσει,
πως, πέτρες, βράχια και σπηλιές είχανε πια στοιχειώσει.

Σαν ήρθε τούμπα ο τροχός και της ζωής η γύρα,
να ξεπληρώσει έπρεπε το χρέος της η μοίρα.
Ήγγικεν η ώρα ανατροπής, ώρα για τιμωρία,
για της ψυχής την κάθαρση και για την σωτηρία.

Και στους αγίους τέθηκε για να λυθεί το θέμα,
να εξαγνίσουν το κακό, να παταχθεί το ψέμα.

Κι έβγαλε νόμο, ο Νουμάς και πρότεινε σε δίκη 
εις την εσχάτη των ποινών, θάνατο, καταδίκη.
Στα τάρταρα, στην κόλαση ή κρέμασμα στους βρόχους,
ή στην πυρά να κάψουνε τους έκλυτους ενόχους.

Κι έγινε αναστάτωση, ξέσπασε μέγας σάλος,
διχογνωμίες, ένταση και χαλασμός μεγάλος.
Άλλοι φωνάζαν κι έλεγαν: Άφεση και Χαλάλι
κι άλλοι μες στο πινάκιο ζητούσαν το κεφάλι.
Άλλοι αναθεματίζανε, χάρη ζητούσαν άλλοι
κι άλλοι, τι κρίμα να χαθούν, έλεγαν, τέτοια κάλλη!

Είδαν οι Αγίοι τα δύσκολα κι αλλάξανε το σχήμα,
να τιμωρήσουν δυο ψυχές, είπαν πως είναι κρίμα.
Κι έτσι απ’ το Πανάγιον, στα δώδεκα επουράνια
μια ευκαιρία θέλησαν να δώσουν για μετάνοια.

Για να ξορκίσουν το κακό, που μόλυνε τη φύση,
τώρα μονάχα οι θεοί θα δίνανε τη λύση,
κι όλοι αποποιήθηκαν των ευθυνών τα βάρη
και την ευθύνη άφησαν το Πάνθεον να πάρει.

Αμέσως αποφάσισαν παραπομπή να θέσουν
τα περαιτέρω στους θεούς μπροστά να καταθέσουν.
Κι ήρθε ο χρόνος κι έφερε και το γλυκό να δέσει 
και στους θεούς τις στείλανε για δώρο, για πεσκέσι.

Στα τάρταρα στη φυλακή είχαν τις κολασμένες
και θεία δίκη απ’ τους θεούς ήλπιζαν οι καημένες.

Κι άκουσον κόσμε, άκουσον, τι έμελε να γίνει,
ως κι οι θεοί κολάστηκαν κι αμάρτησαν κι εκείνοι,
κι από τους θρόνους φεύγανε σα να ήταν ζαλισμένοι,
κατέβαιναν στα τάρταρα κι έβγαιναν τρελαμένοι.

Πολλοί θεοί ενέδωσαν και βρέθηκαν στην κόλαση
και την ψυχή θυσίασαν στης σάρκας την απόλαυση.

Κι έτσι το μέτρο χάθηκε κι ήρθαν τα πάνω, κάτω
κι απ’ την κορφή βρεθήκανε τα πράγματα στον πάτο.
Και μες στην παραζάλη αυτή και μες στην υστερία,
σάλεψε η πλάση κι άλλαξε ο κόσμος πια πορεία.

Διχάστηκε το Πάνθεον, κατέρρευσε η φύση όλη 
και τώρα βασιλεύανε παντού μόνο οι διαβόλοι.

Και μ΄ όλη αυτή την έκπτωση και την ακολασία,
κηρύχθηκε και έγινε η Δευτέρα Παρουσία.

Ήταν, λένε, κάποτε και είναι αληθινό
κάποια χήρα όμορφη κι ένα ορφανό,
κι όλοι το παραδέχονται εκεί στο Βαλτινό,
το ρεζουμέ του μύθου μας, που βγαίνει, το δεινό!!!
Πως, του διαβόλου η ομορφιά, το θηλυκό εν τέλει,
κολάζει Ανθρώπους, Άγιους και τους Θεούς αν θέλει.
Κι όπως ρουφάει η Χάρυβδη μέσα της το καράβι,
έτσι φουντώνει η φωτιά και φλέγεται κι ανάβει.
Κι όπως το σέρνει η γυνή μαζί της το καράβι,
έτσι μπαλώνει η ζωή τον κόσμο και τον ράβει.


επικοινωνιστε μαζι μας