Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ο Μύθος της Παπαράντζας



Μια ιστορία θα σας πω που την γνωρίζουν λίγοι
σ' όσους αρέσει δηλαδή, της γνώσης το κυνήγι.

Κι αν δεν φαντάζει αληθινή κρύβει πολλές αλήθειες
αρκεί να ψάξεις να τις βρεις στις τοπικές συνήθειες.

Ήταν στα χρόνια τα παλιά ένας ωραίος νέος
ο Ακταίωνας, ο άρχοντας, ανδρείος και γενναίος.

Μια μέρα που κυνήγαγε στους κάμπους και στα όρη
απρόσμενα συνάντησε κι αντίκρισε μια κόρη,

μια όμορφη αγρότισσα, νεραϊδογεννημένη
την Παπαράντζα την κυρά την χίλιοπαινεμένη.

Ο έρωτας τους χτύπησε καθώς χτυπά τους νέους,
τους ήρωες, τους άτρωτους, του κόσμου τους γενναίους.

Κι ήταν το δέσιμο σφιχτό, το ταίριασμα μεγάλο
τέτοιο ζευγάρι ζηλευτό στη γη δεν ήταν άλλο.

Το γάμο τους σχεδίαζαν και πλάθαν’ τα όνειρά τους
και στα κρυφά αντάμωναν, ζούσαν τον έρωτά τους.

Μα ο Αρισταίος δυστυχώς, του Ακταίωνα ο πατέρας
τον γάμο δεν ενέκρινε κι οργίστηκε σαν τέρας.

Ήθελε προίκα ζηλευτή και πλούτη για το γιο του
και από την τάξη του να βρει να πάρει όμοιό του.

Η Παπαράντζα ήταν φτωχή μα είχε στην καρδιά της
πλούτη, αισθήματα αγνά και πίστη στα όνειρά της.


Και έτσι όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις
το θέμα περιπλαίχτηκε με κόντρες κι επιπτώσεις.

Τα πάνω κάτω ήρθανε κι αρχίσαν οι καυγάδες
ο κόσμος όλος χάλασε και μπήκαν σε μπελάδες.

Τα είδε ο γέρο Κόζιακας κι από την ταραχή του
κι απ' το πολύ το άδικο εράγισε η ψυχή του.

Το ανάθεμα επηρέασε του φεγγαριού τη χάση
τα πάντα γύρω αγρίεψαν σκοτείνιασε η πλάση.

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, και ματαιοδοξία,
στα πλούτη, στα πολλά λεφτά να δίνεται αξία,

να μπαίνουνε εμπόδιο στου έρωτα τη χάρη,
να μην αφήνουνε τους νιους να γίνονται ζευγάρι;».

Και τότε ο γέρο Κόζιακας συθέμελα εσείσθη
σεισμός μεγάλος έγινε κι η γης ταρακουνήθη.

Έξι λοφίσκους τάματα και τρεις μαγούλες δίνει,
δύο ποτάμια χάρισμα και μια μικρούλα λίμνη.

Στην Παπαράντζα τη φτωχή μεγάλη προίκα αφήνει
νύφη, γυναίκα και κυρά κι αρχόντισσα να γίνει.

Λιβάδια, βάλτους, τέλματα στον κάμπο απλωμένα
κι όλα τ' αστέρια τ' ουρανού δικά της, χαρισμένα.

Και έτσι ο γάμος έγινε και βρέθηκε μια μέρα
η Παπαράντζα αρχόντισσα με άντρα και με βέρα.

Κτίσανε το παλάτι τους, γέννησαν τα παιδιά τους
κι ευτυχισμένοι ζούσανε μέσα στην αρχοντιά τους.

Περνά διαβαίνει ο καιρός κι αλλάξανε τα χρόνια
και ‘κει στον γέρο Κόζιακα ελιώσανε τα χιόνια.

Και πριν να μπει η άνοιξη κι ανθίσουν τα λουλούδια
μπήκε στο σπίτι συμφορά και πένθιμα τραγούδια.

Απ' τα πολλά τα τέλματα κι από την υγρασία
ήρθε στον κάμπο το χτικιό και η ελονοσία.

Τον άτυχο Ακταίωνα, ρίγη από θέρμη πιάνουν
κι ένας ελώδης πυρετός στο θάνατο τον φθάνουν.

Η μοίρα του το έγραφε, το μαύρο πεπρωμένο
και ένα πρωί τον βρήκανε στο δάσος πεθαμένο.

Αργά το βράδυ ήρθανε τα νέα στη Παπαράντζα
την ώρα που νανούριζε τους γιους της στη σαρμάντζα.

Κι ήταν τα νέα άσχημα φαρμάκι στην καρδιά της
χήρα αυτή και ορφανά τα δύο τα παιδιά της.

Παίρνει απ' τη λίμνη νάματα κι απ' τις μαγούλες χώμα
και θάβει μες στα κτήματα του άντρα της το πτώμα.

Κλαίει στον τάφο και θρηνεί, τραβάει τα μαλλιά της
και στου θανάτου τη γιορτή λέει τ' ανάθεμά της.

Ανάθεμα στη μοίρα μας, στο μαύρο ριζικό μας
ένα κι ογδόντα μες στη γη είναι το μερτικό μας.

Έτσι το θέλησε ο θεός, έτσι κι η μαύρη μοίρα
να μείνουν πίσω ορφανά κι η Παπαράντζα χήρα.

Τα ορφανά μεγάλωσαν σαν δύο μηλαδέρφια
κάναν δικά τους σπιτικά, δικά τους βιλαέτια.

Ο Εξάλοφος, που στα ριζά του Κόζιακα αρχοντεύει,
Σαρακατσιάνος τσέλιγκας τους λόφους αγναντεύει.

Και πλάι τα Ματσουκέϊκα, μέτοικος, νέος, Βλάχος,
απ' το Ματσούκι βρέθηκε στα χειμαδιά ξωμάχος.

Η Παπαράντζα η άμοιρη χήρα και πικραμένη
ζει, βασιλεύει, κυβερνά, δαφνοστεφανωμένη.

Δυο οικισμοί κι ένα χωριό πορεύονται κι αντέχουν
και στους αιώνες των καιρών κοινή πορεία έχουν.

Είναι ένα όμορφο χωριό με δένδρα και πλατάνια
το Δενδροχώρι, που απ' τη γη φωτίζει στα ουράνια.

 

επικοινωνιστε μαζι μας