Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο "Κόζιακας" Το αγέρωχο βουνό της περιοχής μας.


«Στου Κόζιακα τον ίσκιο
και πλάι στον Πηνειό
μες στην καρδιά του κάμπου
Θα ιδείς το Βαλτινό».
Ο συγχωριανός μας φιλόλογος Ευάγγελος Στάθης, στο βιβλίο του «Το Βαλτινό» κάνει μια θαυμάσια περιγραφή για τον Κόζιακα. γεμάτη με εικόνες και συναισθήματα.
Σταχυολογήσαμε ορισμένα και τα παρουσιάζουμε:

Όταν ο ήλιος ανατέλλει, οι χρυσές αχτίδες του «χτυπάν» πρώτα στο όμορφο κι αγέρωχο Κόζιακα (υψ. 1901μ.) και από εκεί αντανακλούν στο χωριό μας…
Μια κορυφογραμμή που κόβει τον ορίζοντα εκεί τόσο απότομα, ώστε να κινεί την περιέργεια των μικρών που ρωτούν: «τι είναι πίσω από κει;» και οι εξυπνότεροι να απαντούν: «Εκεί είναι η Τύρνα και το Λαντζ και πέεερα, πιο μακριά, είναι τα Γιάννενα εκεί παν τα αεροπλάνα που περνάν από δω».

.…Πολύ το αγάπησα αυτό το βουνό, φαντάζομαι το ίδιο να ισχύει και για όλους τους κατοίκους του χωριού μου. Αποτέλεσε σ΄ όλη μου τη ζωή που έζησα στο χωριό (μέχρι τα 25 μου περίπου) σημείο αναφοράς: Εκεί χτυπούσαν πρώτα οι αχτίδες του ανατέλλοντος ηλίου, εκεί έδυε ο βασιλιάς της ημέρας. Αυτό μας έλεγε αν θα βρέξει. Οι παλιακοί έλεγαν: «άμα ιδείς τον Κόζιακα να απολάει στύλια και ποδάρια πέρα, κατά την κορομηλιά, να περιμένεις βροχή». Και δεν έπεφταν έξω. Αυτό μας «έλεγε» πάλι πότε θα καλοκαιρέψει: «όσο ο Κόζιακας θα έχει έστω και μια χούφτα χιόνι, μην περιμένεις άνοιξη και μη γελαστείς και βάλεις ντομάτες στο κήπο, θα τις κάψει το κρύο». Κι είχαν δίκαιο. Το καλοκαίρι, όταν ο ήλιος ανέβαινε λίγο ψηλά (καμιά αξυάλη και κάτι), άμα κοιτούσες το βουνό, το κάμμα «έπαιζε» και έλεγες: «Ωρέ, τι λαμπάδα θα κάνει πάλι σήμερα», «θ΄ ανάψουν τα τσιουγκάνια στο Τόσκεσι», «Θα καεί το πελεκούδι». Όταν πάλι έβρεχε με ήλιο, αν είχες πίσω σου τον ήλιο και κοίταζες το βουνό, έβλεπες ένα τεράστιο ουράνιο τόξο να μπήγει τις δυο άκρες του μέσα στις ράχες του, «χαμηλά χαμπλά», και έλεγες τότε 2-3 φορές: «δόξα τα μαλλιά! δόξα τα μαλλιά! δόξα τα μαλλιά!
Δώρο θεού αυτό το βουνό για το χωριό μας, δώρο θεού για την ομορφιά, τη μεγαλοπρέπεια και τον «ήσκιο» του…


Ο Διακονιάρης



Αφίχθει νωρίς το πρωί, παρκάρισε το αυτοκίνητό του (με ξένες πινακίδες της ημεδαπής) σε παράδρομο του κέντρου.
Άλλαξε τα ρούχα του και φόρεσε την "φόρμα εργασίας", πήρε το μπαστούνι του και ως καλός, ελεύθερος επαγγελματίας έβαλε στον ώμο το ακορντεόν του και πήρε τους δρόμους να διεκδικήσει, επαιτώντας, τον επιούσιο...
Κατά τις 2 περίπου το μεσημέρι, ώρα που σχολούν οι ...υπάλληλοι, ο ευτραφής κύριος πέρασε από κεντρικό φούρνο, ψώνισε, επέστρεψε στο αυτοκίνητό του υπό βροχήν, άλλαξε και επέστρεψε στη βάση του, με το "μεροκάματο".
Αδήλωτο και αφορολόγητο....

επικοινωνιστε μαζι μας