Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Το πότισμα



Σε υψηλά επίπεδα φέτος ο υδροφόρος ορίζοντας στον Θεσσαλικό κάμπο λόγω των πολλών βροχοπτώσεων που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο σε κυβικά χιλιοστά.
Οι πολλές βροχοπτώσεις ήταν καταστροφικές για την καλλιέργεια των σιτηρών και είχαν σαν αποτέλεσμα την μειωμένη παραγωγή τους.


Όμως, από την άλλη, ήταν ευεργετικές καθώς ευνόησαν την καλλιέργεια του καλαμποκιού δίνοντας τη δυνατότητα στα φυτά να αξιοποιήσουν τις βροχές Μαίου-Ιουνίου και οι αγρότες είχαν ελάχιστα ποτίσματα.
Το πότισμα είναι μια διαδικασία η οποία γίνεται με διάφορους τρόπους. Τα αρδευτικά συστήματα ποικίλουν από περιοχή σε περιοχή. Άλλοι ποτίζουν με τις πομόνες, άλλοι με καρούλια, άλλοι με μεταλλικές σωλήνες και μπεκ ή κανόνια κλπ.


Το πότισμα με μηχανοκίνητες μηχανές εσωτερικής καύσης ήταν διαδεδομένες παλιότερα αλλά πολλοί αγρότες συνεχίζουν να ποτίζουν και σήμερα με αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο.
Ένα ημιαρτεσιανό στο χωράφι, μια μηχανή εσωτερικής καύσης με αντλία νερού, ένα σπιράλ, σωλήνες, μπέκ, ή κανόνια είναι τα

Ο Ρωμιός



Άκου τι μου ‘λεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου, να καταλάβεις. Όλα τα ‘καμε καλά ο Αλλάχ, μου ‘λεγε, όλα, μα μια μέρα βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά και έπλασε το Ρωμιό, μα ευθύς, ως τον είδε, το μετάνιωσε, είχε ένα μάτι, ο αφιλότιμος, που τρυπούσε ατσάλι. «Τι να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα, ας πιάσω τώρα να κάμω τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του». Έπιασε το λοιπόν μέλι και μπαρούτι, τα μάλαξε καλά καλά, έφτιασε τον Τούρκο. Κι ευθύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ’ ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν. Πάλευαν, πάλευαν, από το πρωί ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε κάτω τον άλλο, μα ευθύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος ο Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!
«Ο διάολος να με πάρει, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι, τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι... Τί να κάμω;» Όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης, μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις χερούκλες του: «Βρήκα! βρήκα!» φώναξε, έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, και έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και τους έβαλε στο ταψί να παλέψουν. Άρχισε το πάλεμα, τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος, μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος... Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνονταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνονταν, πάλευαν... Κι ακόμα παλεύουν! Κι έτσι ο κόσμος, Μπραϊμάκι μου, βρήκε την ησυχία του».
Απόσπασμα από το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη

επικοινωνιστε μαζι μας