Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Εικόνες του χωριού - Το λάστιχο.



Δεν υπήρχε παιδί στο Βαλτινό, στα χρόνια της αθωότητας να μην έχει πιάσει στα χέρια του λάστιχο και να μην έχει κυνηγήσει με αυτό πουλιά. Και μιλάμε για τα αγόρια, που ξυπόλητα, με κοντά παντελονάκια, τις τσέπες γεμάτες πετραδάκια και το λάστιχο κρεμασμένο στο λαιμό να ξεχύνονταν στην εξοχή για το κυνήγι.
Το λάστιχο ή σφεντόνα όπως πολλοί το έλεγαν ήταν ένα αυτοσχέδιο παιδικό παιχνίδι - όπλο, που το κατασκεύαζαν τα ίδια τα παιδιά. Αποτελούνταν από μια «φούρκα» ένα ξύλινο κλαδί συνήθως λυγαριάς, που είχε τη μορφή του κεφαλαίου ύψιλον ελληνικό (Υ), δυο λάστιχα προσαρμοσμένα από το ένα άκρο στα δύο άνω σκέλη της φούρκας και ένα πετσί που ήταν προσαρμοσμένο στα άλλα δύο άκρα από τα λάστιχα.


Για τη φούρκα φρόντιζαν από νωρίτερα. Έβρισκαν κάπου εκεί στην καψούρα το ιδανικότερο κλαδί λυγαριάς, το έκοβαν και έδεναν τους δύο κλώνους με σύρμα. Στη συνέχεια, καψάλιζαν τη φούρκα στη φωτιά και αυτή έπαιρνε ένα στρόγγυλο σχήμα κατάλληλο για τη σφεντόνα. Από κάποιο παλιό παπούτσι ή από κάποια δερμάτινη ζώνη έκοβαν και έφτιαχναν το πετσί. Αγόραζαν και το λάστιχο από το μπακάλικο και στη συνέχεια ένωναν τις δύο μάνες λάστιχου, με τις δύο άκρες της φούρκας και με τις δύο τρύπες του πετσιού.. Μάζευαν και τις κατάλληλες μικρές και στρόγγυλες πέτρες από το ποτάμι και έτσι η σφεντόνα ήταν έτοιμη για κυνήγι.


Ο μικρός κυνηγός, κρατούσε με το αριστερό χέρι τη φούρκα και με το δεξί κρατούσε το πετσί, μέσα στο οποίο έβαζε ένα στρόγγυλο χαλίκι.
Όταν έβλεπε το στόχο του, συνήθως ήταν σπουργίτια, κοτσίφια, χαζόιδονα, τσούπια, και άλλα μικρόσωμα πουλιά, σημάδευε και αφού τραβούσε πρώτα πίσω το πετσί με το χαλίκι, εκσφενδόνιζε και έριχνε προς τον στόχο του.
Η χαρά του μικρού κυνηγού ήταν απερίγραπτη όταν πετύχαινε το στόχο του και έβλεπε το πουλάκι να πέφτει κάτω. Όμως και να μην πετύχαινε το στόχο του πάλι η χαρά ήταν μεγάλη, γιατί είχε την ευκαιρία να βγει στη φύση, να παίξει, να κυνηγήσει, να ονειρευτεί…

Στο πατρικό μου το χωριό



Στο πατρικό μου το χωριό / θέλω να ζω, να κατοικώ,
παιδί να γίνομαι ξανά / όπως τα χρόνια τα παλιά.


Γι αυτό το λόγο προσπαθώ / να βρίσκω τρόπο να γυρνώ,
εκεί που πρώτη μου φορά / είδα το φως και τη χαρά.


Εκεί που ένοιωσα στοργή, / την αγκαλιά και το φιλί,
γονείς, αδέλφια, γειτονιά / τους πρώτους φίλους του ντουνιά.


Αυτό το μέρος τ΄ αγαπώ / γι΄ αυτό ποτέ δεν το ξεχνώ,
είναι κομμάτι της ζωής / του σώματος και της ψυχής.


Εκεί που παίζαμε παιδιά / μες στη βροχή μες στο χιονιά,
μες στις αλάνες του χωριού / χίλιες φωνές μικρού παιδιού.


Γι αυτό στο όμορφο χωριό / μένει η σκέψη, το μυαλό,
μικρό παιδί που νοσταλγεί / να δει το τέλος στην αρχή.


Στο πατρικό μου το χωριό / θέλω να ζω μα δεν μπορώ
και προσπαθώ από μακριά / να ζω εκεί φανταστικά.


Μα όταν βρίσκω τη στιγμή / την ευκαιρία την καλή,
πηγαίνω να ξεκουραστώ / να γίνω νιός και να χαρώ.
Νίκος Διαγώμας

επικοινωνιστε μαζι μας