Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Βαλτσινιώτικη ντοπιολαλιά



Τώρα το καλοκαίρι, μι τις τρανές ζέστες, κάθουμι κάτ΄ απου κάνα πλατάνι κι τα βράδια θυμάμι παλιές ιστουρίες.
Θα στις μολογήσω, γράψτεις άμα θες.
Τότι, παλιά, η κόσμους διάβαζαν, έραβαν, κιντούσαν μι γκαζόλαμπις κι γκαζουκάντηλα, μην κοιτάς σήμιρα. Σήμιρα είνι αλλιώς. Τότι είχαμαν φτώχεια.
Τα βράδια τηράγαμε τουν ουρανό κι η μάνα μας έλεγε: μη μιτράς τ’ αστέργια τη νύχτα, θα βγαλτς γκαρδαβίτσις στα χέργια σ’.
Γκουτζιάμ πιδγιά τότις τς γειτουνιές, γιομουζάμαν τς τσέπις κουκόσις κι τρώγαμι ούλη τη μέρα.
Να τηγανίζουν λουκάνικα σι κάτι άλλα σπίτια κι να σι γαργαλιώτι η μύτη απ’ τη μουσκουβουλιά!
Σαν αγκαστρουμένους κάνου τώραεά για λίγου ψητό, έλεγα από μέσα μ.
Είμαν πουλύ αλαίμαργους, έτρωγα έναν γκιρεμέ.
Δεν άντεξα πήγα κι χάλιψα λίγου φαί.
-Τι καλό γιόμα έχτι σήμερα; Είπα.
-Λουκάνικα, κόπιασε να σι φλέψουμι.
Ε! μ΄ έβαλαν οι άνθρουποι να φάου.
Έ ρε παιδί μου, μι σταμάτσι νια μπουκουσιά ιδώεα στου γκουργκουλιάγκου κι κόντιψα να πνιχτού.
-Γκουρλίτσα κακιά να σι μάσι. Είπα μέσα μ΄.
Νια σταγόνα νιρό να βρέξου λίγου του γκουργκουλιάγκου μ’.
Μόλις ξιγκουρλώθκα άρχισα πάλι να τρώου.
Αμ, δε θα του βάλου κι γκιντέρι κιόλα.
Καλύτερα να πάου χορτάτους παρά νηστκός!
Χα! Χα! Χα! Γιλούσαν κι αυτοί, γιλούσα κι εγώ!

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ



 
Τι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα.
Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ’ αυτό που τους αναλογεί.
Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία,
η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί.
Ή πάλι μετατρέπονται σε οικοτροφεία και ξενώνες
για της πλάσης τα στρουθιά – αληθινό περίττωμα η λέξη έξωση.
Στο παραμικρό αεράκι πιάνουν το τραγούδι.
Όταν τα πληγώσεις, δε βογκάνε˙ δεν τραβάνε τα πλούσια
μαλλιά τους. Δακρύζουνε κρυφά κι ακούν
οι ρίζες. Όμως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος
τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν
τον καρπό. Εκδικούνται το χέρι που τα καίει.
Ρίχνουν χώρια μες στις πλημμύρες.
Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα
θεία αφανίζουνε φυλές.

Μανόλης Πρατικάκης

επικοινωνιστε μαζι μας