Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Βαλτσινιώτικη ντοπιολαλιά

Το προξενιό της Βασίλως



Έ ρε γαμώ τη μάνα, πως πέρασαν τα ρ΄μάδια τα χρόνια! Γέρασάμαν.
Θα σι που, πως έγινι του προυξινιό του θκό μ.
Τότι δεν σι ρουτούσαν αν σ΄ αρέσι, ή όχι, αυτόν που θα σι πάντριυαν. Άμα τ’ αποφάσιζαν οι τρανοίτεροι… τον έπαιρνες κι έλεγες κι ένα τραγούδι!
Είχαμι κλείσει, απ’ λες, αραντεβού στα παζάρια, στα Τρίκαλα
Σεπτέμβρης μήνας. Είχι μια ζέστα, ένα λυουπίρι, καίγουνταν ου τόπους!
Γραπατσούλα πισουκάπλα στου γουμάρι, άλλοι μι τα πουδάρια κι βουρ για τα παζάρια!
Ιμείς οι Διαλισιώτες είχαμι φτάσει πρώτοι κι περιμέναμι.
Κάπουτι κι αλλότι, είδαμι να φτάνουν κι οι Βαλτσινιώτες, ήταν καμιά δεκαριά νοματαίοι.
Μόλις έφτασαν κοντύτερα, κοιτάζω ιγώ έναν κουντακνό κι αγανό, φόραγε παλτό κι ήταν κουμπουμένους μέχρι απάν, γαμπρός!
-Έ ρε θέ μ΄, είπα απού μέσα μ, κάνει να είναι όποιος δήποτε άλλος θέλει ου γαμπρός, εκτός απ΄ αυτόν!
Έ! έφτασαν κοντά, χαιρετηθήκαμαν, συστηθήκαμαν… ιγώ η φουκαριάρα δεν μίλαγα, έμεινα άφωνη.
-Γιατί δε μιλάς, τ’ άκριτου του νιρό ήπχις; Άι, να μας ζήσουν, η ώρα καλή! είπι κάποιος.
-«Άχ! Βάτχια κι αγκάθχια πάτησα, Βασίλω μου, ώσπου να σ’ ανταμώσου»! είπα από μέσα μ΄.
Αχ αρμάδα γκαβοτύχη μ΄!!! αυτός ήταν, απ’ δεν ήθελα!!!
Α! τουν παντρεύκα αυτούια κι πρόκουψα!!!

επικοινωνιστε μαζι μας