Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

«Μεσημέρι στον κάμπο» Διήγημα του Ηλία Κεφάλα


Ιούνιος μήνας και το μεσημέρι έβραζε στον τρικαλινό κάμπο. Ο πατέρας μου με τον κύριο Παμπούδη συζήταγαν ζωηρά κάτω από τον ίσκιο μιας πλατύφυλλης μουριάς. Κατά τα φαινόμενα η συζήτησή τους κατέληγε σε αδιέξοδο, γι’ αυτό και η δυσφορία τους ήταν εξόφθαλμη. Δεν έπιανα πολλά πράγματα από τις βαρύγδουπες κουβέντες τους, επειδή όλη την ώρα είχα το μυαλό μου στην κόρη του κυρίου Παμπούδη. Ήταν μια κοπελίτσα με κόκκινα πέδιλα και άσπρη πλατύγυρη καπελίνα, όπως πεντακάθαρα θυμάμαι και προ παντός στην ίδια περίπου ηλικία με τη δική μου: επτά παιδικά ολοφώτεινα και αψεγάδιαστα χρόνια.
Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι. Ο κύριος Παμπούδης σκούπιζε το μέτωπό του με ένα κατάλευκο μαντίλι, ενώ ο πατέρας μου - ανθεκτικός στη ζέστη και τα επιχειρήματα του συνομιλητή του - αντιστεκόταν υπομονετικά. Όταν μπήκα κάποια στιγμή στο νόημα της συζήτησης, η καρδιά μου άρχισε να πεταρίζει τρελά. Ο κύριος Παμπούδης προσπαθούσε να πουλήσει στον πατέρα μου μια θεριζοαλωνιστική μηχανή και κάθε τόσο έδειχνε με το δεξί του χέρι τον κατακίτρινο κάμπο με τα ώριμα για θερισμό σιτάρια. Την ίδια κίνηση πάνω - κάτω έκανε και η κόρη του, παίζοντας και κάνοντας μισοφέγγαρα στον αέρα με το μικρό ντελικάτο της χέρι.
Καθώς έτρεχε γύρω από τη μουριά, εγώ την ακολουθούσα ρωτώντας την με θαυμασμό: «έχετε πολλές θεριζοαλωνιστικές μηχανές;»
«Άσωτες», μου απαντούσε, «μπορούν σε μια μέρα να θερίσουν όλο τον κάμπο σας».
Είχα δαγκωθεί. Πώς να της εξηγήσω ότι η μόνη μας περιουσία ήταν λίγα χωραφάκια και όχι ολόκληρος ο κάμπος. Αλλά, δεν πειράζει, σκέφτηκα με την παιδική αφέλεια που αρέσκεται στην υπερβολή, καλύτερα να πιστεύει ότι όλος ο κάμπος είναι δικός μας.
Ο κύριος Παμπούδης ετοιμάστηκε σε λίγο να αποχωρήσει απογοητευμένος και έκανε ασυναίσθητα το χέρι για να πιάσει την κόρη του. Ο πατέρας μου του έδινε κατά κάποιο τρόπο, κουράγιο, λέγοντας ότι «του χρόνου δίχως άλλο θα είναι έτοιμος να αγοράσει, αρκεί να μην αλλάξουν οι όροι» και ασυναίσθητα και αυτός άπλωνε το χέρι του για να με περιμαζέψει.
Τότε η κόρη του κυρίου Παμπούδη μου πέταξε μια ξαφνική ερώτηση, γυρίζοντας το κεφάλι της πίσω από την ηλιοψημένη πλάτη της: «Έ, μικρέ, ξέρεις να σπέρνεις;»
«Δεν είμαι μικρός», της είπα με θυμό, κι ύστερα λίγο μελαγχολικά: «όχι δεν ξέρω ακόμα να σπέρνω». Και αμέσως για να πάρω την ρεβάνς, αντιρώτησα: «Εσύ με τις μηχανές ξέρεις να θερίζεις;»
Ρωτώντας την έτρεχα ταυτόχρονα ξωπίσω της, ενώ ο πατέρας μου με καλούσε.
Εκείνη δεν ταράχθηκε. Ξαναγυρίζοντας πάλι το κεφάλι της πίσω, φώναξε: «Όχι ούτε εγώ ξέρω. Αλλά μη λυπάσαι κουτέ, ύστερα από λίγα χρόνια θα ξέρουμε κι οι δυο να σπέρνουμε και να θερίζουμε.»
Τα έχασα, νοιώθοντας τη φίλη μου αμέσως.
Επιτάχυνα το τρέξιμό μου και την πρόλαβα την ώρα που έμπαινε με τον πατέρα της σε ένα κατασκονισμένο προπολεμικό πεζώ.
«Έι, πως σε λένε», φώναξα λαχανιασμένος.
«Παυλίνααα», φώναξε η κόρη του κυρίου Παμπούδη και έλαμπε χαμογελαστή μέσα από το κατεβασμένο τζάμι του αυτοκινήτου.

Μέλιγος 19 Δεκεμβρίου 2009

επικοινωνιστε μαζι μας