Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Βαλτσινιώτικο παραμύθι «Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον»


Κάποτε στο Βαλτινό ζούσε ένας νέος, που είχε αποκτήσει καλή μόρφωση και διέθετε πολλές αρετές. Είχε σχεδόν τα πάντα, αγαπούσε πάρα πολύ το χωριό του, ήταν ευτυχισμένος και χαιρόταν τη ζωή του. 
Είχε όμως, μια και μόνον επιθυμία: ήθελε να ζήσει αιώνια.

Μια μέρα λοιπόν, πήγε στο Λόγγο, λίγο πιο έξω απ’ το χωριό του, στο δάσος της Παναγίας, που κατοικούσε ένας σοφός γέροντας, ο παππούς ο Σκρέκας, και του είπε:
«Παππού, ξέρεις ποιο είναι το μυστικό για να ζήσω αιώνια;»
«Εγώ», του είπε ο παππούς ο Σκρέκας, ο γέρος του δάσους, «θα ζήσω μέχρι να πέσουν όλα τα δέντρα του δάσους».
«Α, όχι, αυτό δε φτάνει. Δεν μου κάνει. Βλέπεις κάποτε θα πέσουν τα δέντρα. Όχι, όχι, δεν είναι αυτό που ζητώ».
«Ε, τότε, πήγαινε να βρεις το γέροντα της Σαλαμπριάς, Αυτός είναι πιο γέρος κι από μένα και μπορεί να ξέρει το μυστικό».

Έτσι ο νέος επισκέφτηκε τη Σαλαμπριά και βρήκε το γέροντα, τον παππού, Τάσο Κουφοχρήστο, να ψαρεύει στο ποτάμι με το ριχτάρι.
«Γέροντα, ξέρεις πώς θα μπορέσω να ζήσω αιώνια;», τον ρωτά.
«Εγώ», του λέει ο παππούς, ο Τάσος Κουφοχρήστος, «θα ζήσω μέχρι να στερέψει ετούτο το ποτάμι».
«Α, όχι, δε θέλω. Δε φτάνει!», είπε ο νεαρός στενοχωρημένος. «Σίγουρα θα έρθει μια μέρα που το νερό της Σαλαμπριάς θα στερέψει και τότε κι εσύ κι εγώ θα πεθάνουμε».
«Τότε παλικάρι μου πήγαινε να βρεις το γέροντα του Κόζιακα», του απάντησε ο γέροντας της Σαλαμπριάς. «Αυτός που είναι πιο γέρος κι από μένα, κάτι παραπάνω θα ξέρει».

Ο νεαρός πήρε το δισάκι του στον ώμο, διάβηκε τον κάμπο, τις ραχούλες, κι ανέβηκε επάνω στο Κόζιακα και βρήκε τον γέροντα του βουνού, τον παππού Γιώργο Σταυρέκα που ήταν στ’ αλήθεια πάρα πολύ γέρος.
«Ξέρω γιατί ήρθες» του λέει ο παππούς ο Γιώργος Σταυρέκας. «Ψάχνεις να βρεις πώς θα μπορέσεις να ζήσεις αιώνια. Εγώ πάντως θα ζήσω μέχρι να πέσει ετούτο το βουνό», του είπε.
«Αυτό μάλιστα! Αυτό μου κάνει. Θα μείνω μαζί σου!» απάντησε όλο χαρά ο νεαρός κι έμεινε μαζί του.
Πέρασαν αιώνες μαζί κι έγιναν αχώριστοι φίλοι.
Κάποτε όμως, καθισμένος καθώς ήτανε πάνω στην κορφή του βουνού, ο νεαρός Βαλτσινιώτης ένιωσε μια βαθιά νοσταλγία για το χωριό του και θέλησε να το επισκεφθεί.
«Μην πας», του είπε ο παππούς ο Γιώργος Σταυρέκας, «το χωριό άλλαξε πολύ, οι δικοί σου έχουν πεθάνει όλοι εδώ και πάρα πολλούς αιώνες, καμιά δουλειά δεν έχεις πια εκεί». 

επικοινωνιστε μαζι μας