Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

«Ο χορός» Αληθινές ιστορίες του χωριού

Όταν το δίκιο και το άδικο κατοικούν και στις δυο πλευρές, τότε η τραγική ποίηση έχει το λόγο.


Είχε τελειώσει τη λειτουργία ο παπά Θανάσης Βότσιος και ο κόσμος άρχιζε σιγά - σιγά να συγκεντρώνετε στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας. 
Ήταν 2 Μαίου 1910 και πανηγύριζε το χωριό. Παλιά συνήθεια, αυτή τη μέρα στο Βαλτινό, να το γλεντάνε με τραγούδια και χορούς.
Τα όργανα, ένας λαουτιέρης, ένας με κλαρίνο και ένας με νταούλι, δεν άργησαν να συγχρονιστούν και άρχισαν να παίζουν. Αλλά κι ο χορός δεν άργησε καθόλου να στηθεί. Ένας εσωτερικός κύκλος με γυναίκες και ένας κύκλος εξωτερικός, με άντρες συγχρονίζονταν στο ρυθμό και στους ήχους του δημοτικού τραγουδιού.
Ο κόσμος χόρευε με τη σειρά, άλλοι καμάρωναν, άλλοι χτυπούσαν παλαμάκια, ήταν και το έθιμο της χαρτούρας και κάπου, κάπου οι άντρες έριχναν το κέρασμά τους στα όργανα και έτσι το γλέντι συνεχίζονταν.


Εκεί κάπου προς το τέλος μπήκε μπροστά στο χορό και ο Χρήστος Μπαντόλιας.
«Φτώχια καταραμένη» ο Χρήστος, όχι δηλαδή πως οι άλλοι ήταν πλούσιοι, απλά ήταν λίγο σε καλύτερη μοίρα.
Μερακλώθηκε λοιπόν ο Χρήστος και άρχισε να χορεύει λεβέντικα ένα υπέροχο τσάμικο τραγούδι. Ήταν μερακλής, χορευταράς και περήφανος ο Χρήστος, όμως δεν είχε να κεράσει κάτι στα όργανα και αυτοί το μισόκοψαν το τραγούδι.
Ζήτησε να χορέψει και δεύτερο τραγούδι.
Τα όργανα κοιταχτήκανε για λίγο μεταξύ τους… και μετά άρχισαν να παίζουν.
Δεν έβλεπαν όμως κέρασμα και το παίξιμό τους ήταν χαλαρό και άτονο.
Ο Χρήστος κατάλαβε την ατονία των οργάνων και τους έκανε νόημα με το χέρι να παίξουν κανονικά. Τα όργανα τίποτα, συνέχιζαν το άτονο και χαλαρό παίξιμο.
Ο Χρήστος τους ξαναέκανε νόημα, αλλά εκείνοι τίποτα…
Ένοιωσε τέτοια προσβολή και τέτοια περιφρόνηση, που καλύτερα να «άνοιγε η γη να τον καταπιεί».
Πήρε ανάποδες και μέσα σ΄ όλο τον κόσμο, την ώρα που πλησίαζε κοντά στα όργανα, έφτιαξε μια αεροδυναμική χορευτική φιγούρα και έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στο νταούλι. Το νταούλι έφυγε από τα χέρια του νταουλιέρη και έσπασε. 



Τα όργανα σάστισαν και σταμάτησαν να παίζουν. Πήγε να γίνει φασαρία, αλλά επενέβησαν οι ψυχραιμότεροι και απετράπησαν τα χειρότερα.
Ο κόσμος αναστατώθηκε, το γλέντι χάλασε και το πανηγύρι διαλύθηκε.
Ο Χρήστος πήρε το σακάκι του, το φόρεσε, κοίταξε προς την εκκλησία σα να ζητούσε συγνώμη από τον Άγιο Αθανάσιο, έκανε το σταυρό του και έφυγε...

επικοινωνιστε μαζι μας