Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Το κύπελλο



Κύπελλο: 1. φαρδύ και χαμηλό ποτήρι, πήλινο ή μεταλλικό, συνήθ. με ένα χέρι: για το γάλα.
2. (αθλ.) α. έπαθλο, συνήθ. σε σχήμα κύλικα ή αμφορέα, που δίνεται στο νικητή μιας αθλητικής αναμέτρησης. β.ονομασία αθλητικής αναμέτρησης ή σειράς από αθλητικές αναμετρήσεις. 2.το ξυλώδες περίβλημα που υπάρχει στον καρπό διάφορων φυτών.
(Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής).

Πάει τώρα κάμποσος καιρός που ξαναήρθε στα χέρια μου ένα, συνηθισμένο για την εποχή του, αλλά στις μέρες μας, αν όχι δυσεύρετο, πάντως μη χρησιμοποιούμενο πια για τις ίδιες ανάγκες, κύπελλο.
Ένα απλό αλουμινένιο κύπελλο, που μου το είχε φέρει, θυμάμαι, ο πατέρας γυρίζοντας από κάποιο του ταξίδι. Σημαδεμένο, ιδίως στον πάτο του, με μικρά, εδώ κι εκεί, βαθουλώματα από τον χρόνο και τη μακρά αχρησία.
Αγνοούσα πια την ύπαρξή του. Για να πω την αλήθεια, το είχα ξεγραμμένο. Όπως, άλλωστε, και πολλά άλλα αντικείμενα - εξαρτήματα της -μακρινής πια- μαθητικής περιόδου. (Η σάκα που ύφανε η μάνα, βιβλία και τετράδια, ο κονδυλοφόρος με τη λεπτή πένα, το καλαμάρι (μελανοδοχείο) που πόσες φορές δεν αναποδογύρισε με αποτέλεσμα να περιχυθεί σχεδόν παντού η μελάνη και έτσι να χρειαστεί να επέμβει το τιμωρό χέρι του δασκάλου για να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα ευταξία και οι ατυχήσαντες – παραβάτες του νόμου να φροντίσουμε, στο μέλλον, να είμαστε λιγότερο απρόσεκτοι). 

Γι’ αυτό είναι αδύνατο να αποδώσω με λέξεις εδώ την έκπληξη και τη συγκίνηση που δοκίμασα τη στιγμή που ξανάπιασα το κύπελλο στα χέρια μου.
Πολλές φορές προσπάθησα να γράψω κάτι γι’ αυτό το ταπεινό αλλά με πλούσια ιστορία σκεύος. Να του αποδώσω τον ελάχιστο οφειλόμενο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης για τις τόσο πολύτιμες υπηρεσίες που μου πρόσφερε. Δεν αξιώθηκα όμως μέχρι τώρα και γι’ αυτό, κάθε φορά που το θυμόμουν, το είχα βάρος μέσα μου.
Αλλά σήμερα, είπα, ήρθε επιτέλους η ώρα να εξοφλήσω το χρέος μου. Φυσικά με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, όπως λέμε στη νομική γλώσσα. Και έτσι προέκυψε το παρόν σημείωμα.
Σ’ αυτό λοιπόν το άσημο και σχεδόν παραπεταμένο κύπελλο, δε χώρεσε μόνο το γάλα – σκόνη, που μας μοίραζαν καθημερινά στο Δημοτικό Σχολείο τη δεκαετία του `60, για να μη λιποθυμήσουμε και που συνοδευόταν συνήθως από ένα μικρό κομμάτι κίτρινο τυρί (τι νοστιμιά!), αλλά και πολλά όνειρα και σχέδια κι ελπίδες πως –δε μπορεί- θα ξημερώσει και για μας μια καλύτερη ζωή.
Σαν κάποια θεϊκή δύναμη να το προστάτευε το κύπελλο αυτό τόσα χρόνια περιπετειώδους βίου, ώστε να μην παραπέσει ή να μην ξεχαστεί κάπου και να ξαναβρεθεί τελικά στα χέρια μου. Και μάλιστα σε μια στιγμή που δεν το περίμενα.
Έτσι ήρθε να γεφυρώσει το χάσμα του χρόνου, που μέρα με την ημέρα γίνεται αβυσσαλέο. Να γίνει το όχημα για να με ταξιδέψει πίσω στα αξέχαστα παιδικά χρόνια.
Αξέχαστα όχι, βέβαια, γιατί ήταν τάχα ανέφελα κι ευτυχισμένα –κάθε άλλο, σκληρά σαν τη στουρναρόπετρα ήταν- αλλά γιατί, έτσι κι αλλιώς, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.
Πιάνω, λοιπόν, σήμερα το κύπελλο αυτό στα χέρια μου. Το κοιτάζω και ψηλαφίζω τα βαθουλώματά του. Φαντάζομαι κάθε μόριό του να γίνεται λέξη για να αφηγηθεί την ιστορία των παιδικών μου χρόνων.
Αυτό το ταπεινό κύπελλο που πιάνει ελάχιστο χώρο σ’ ένα ράφι, αλλά χωράει μέσα του ένα κομμάτι της ζωής μου, θα είναι ασυγχώρητο λάθος μου αν το ξαναχάσω.
Θα βρίσκεται εκεί στη γωνιά του για να κρατάει αναμμένο το καντήλι της μνήμης και της νοσταλγίας. Και θα είναι μαζί ένα μικρό τρόπαιο - σύμβολο νίκης στον άνισο και ατελείωτο αγώνα της ζωής.

Του Νίκου Επ. Φαλαγκάρα

επικοινωνιστε μαζι μας