Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

"ΑΝΘΙΣΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ" Διήγημα

Του Ηλία Κεφάλα

Θυμᾶμαι ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1958 γιὰ τρία πράγματα, ποὺ ἔμειναν ἀνεξίτηλα στὴ μνήμη μου. Τὸ ἕνα ἦταν ἡ μακρὰ ἀπουσία τοῦ πατέρα μου καὶ ἡ ἀγωνία μου γιὰ τὸ ἄν θὰ ἐπέστρεφε ἐγκαίρως, ὥστε νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα μαζί. 
Τρεῖς μέρες πρὶν τὰ Χριστούγεννα καί, ἐνῶ ὁ καιρὸς ἦταν μέχρι τότε πολὺ καλός, χάλασε ξαφνικὰ καὶ ἄρχισε νὰ χιονίζει. Ἔπεφτε ἕνα χιόνι πυκνό, ποὺ μᾶς ἔκλεισε μέσα καὶ ἀνέβασε τὴν ἀγωνία μου στὰ ὕψη. 
Τὸ πολὺ χιόνι, ἦταν τὸ δεύτερο πράγμα, ποὺ ἔκανε ἀξέχαστα ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα. Χιόνι καὶ ἀγωνία μαζί. Τὴν ἄλλη μέρα ἔβλεπα τοὺς γέρους νὰ βγαίνουν στοὺς δρόμους καὶ νὰ μετροῦν τὸ χιόνι. «Ἕνα καὶ δέκα», ἄκουσα μία φωνὴ μέσα στὴν ἄσπρη πάχνη καὶ δὲν μποροῦσα πιὰ νὰ κρατήσω τὰ κλάματα. 
Μία ἡμέρα πρὶν τὰ Χριστούγεννα τὸ χιόνι εἶχε σταματήσει νὰ πέφτει καὶ ἔλαμπε ἕνας ἥλιος ἐκτυφλωτικός. Μὲ τὸν ἥλιο ἦρθε καὶ ἡ χαρμόσυνη ἀγγελία τῆς ἄφιξης τοῦ πατέρα μου στὴν πόλη. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ἦταν μαζί του, εἶχαν ἔλθει στὸ χωριό, ἐκεῖνος εἶχε παραμείνει στὴν πόλη γιὰ διάφορα ψώνια.
Τί ἦταν νὰ τὸ ἀκούσω; Ἄρχισα νὰ χοροπηδάω σὰν τρελὸς καὶ βγῆκα ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ νὰ τὸν περιμένω. 
Περίμενα, περίμενα μέχρι ποὺ ἦλθε τὸ μεσημεριανὸ λεωφορεῖο καὶ κατέβηκε ἕνας σωρὸς κόσμου. Ὁ πατέρας μου βγῆκε τελευταῖος, φορτωμένος πολλὰ πράγματα. Ἀπὸ τὴ συγκίνησή μου δὲν μποροῦσα νὰ τὸν πλησιάσω. Ἀπὸ τὴ σαστιμάρα μου μὲ ἔβγαλε ὁ πατέρας μου, φωνάζοντας, «ἔλα παιδί μου, βοήθησέ με.» 
«Εἶναι πολλά πράγματα, πῶς θὰ τὰ πάρουμε;» ρώτησα παγωμένος. 
«Βλέπεις;» μοῦ ἔνευσε, δείχνοντας τὴν μάνα μου, ποὺ ἐρχόταν κι ἐκείνη, σέρνοντας ἕνα χειράμαξο.
Τὸ ἀπόγευμα γεμάτος ἀπὸ αἰσθήματα ἱκανοποίησης ἔτρεχα σὰν τρελὸς πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου, προσπαθώντας νὰ τὸν βοηθήσω νὰ τελειώσουμε τὶς δουλειές μας. Μέσα στὴ μεγάλη μου χαρά, ἄκουσα τοὺς μεγαλύτερους νὰ συζητοῦν γιὰ ἕνα σημαδιακὸ γεγονός, ποὺ ὑπογράμμιζε τὰ διαφορετικὰ αὐτὰ Χριστούγεννα. Ἠταν τὸ τρίτο πράγμα, ποὺ ἔκανε αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα μοναδικὰ κι ἐγὼ μέσα στὶς σκασίλες μου δὲν τὸ εἶχα προσέξει. Εἶχαν ἀνθίσει τὰ δέντρα! 
Τὴν ἄλλη μέρα, ἀνήμερα Χριστούγεννα, ἀνακουφισμένος, δὲν χόρταινα νὰ βλέπω τὴν παράξενη ἀνθοφορία τῶν δέντρων. Τὰ καημένα εἶχαν ξεγελαστεῖ ἀπὸ τὸν καιρό, καὶ ἦταν ἕτοιμα νὰ καρπίσουν πάλι. Βρῆκα ἕνα μακρὺ καλάμι καὶ ἄρχισα νὰ ξεχιονίζω τὰ κλαδιὰ τῆς κορομηλιᾶς. Τὸ δέντρο ἔμεινε πάλι κάτασπρο, ἀλλὰ πλέον μόνο μὲ τὰ λουλούδια του. Ἔβγαζε ἕνα φῶς κατευναστικό, ποὺ μὲ φώτιζε καὶ μὲ φωτίζει ἀκόμα τόσα χρόνια, τώρα, μακριά.



επικοινωνιστε μαζι μας